Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Χριστουγεννιάτικη Ἐγκύκλιος Σεβ. Μητροπολίτου Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης κ.κ. Ἀνδρέου









Ἀριθ.  Πρωτ.  94
Νύκτα  Χριστουγέννων 2013
Ἐν τῷ ἱερῷ Ἐπισκοπείῳ


ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ   169ῃ

ΘΕΜΑ: «Εἰς τὰ ἴδια ἦλθε, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον» (Ἰωάν. α΄ ,11)

            Ἀγαπητοί μου Χριστιανοί,
-Α-
            Αἰῶνες περίμεναν οἱ ἄνθρωποι τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου, ὅπως ἔλεγαν οἱ σχετικὲς προφητεῖες. Κι’ ὅταν ἦλθε ὁ καιρός, ποὺ εἶχε ὁρίσει ἡ Θεία Πρόνοια, γεννήθηκε στὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας,  ἁπλᾶ καὶ ἀθόρυβα ὁ Μέγας Ἀναμενόμενος. Ἦταν, ὅμως, τοὐλάχιστον περίεργο, ὅτι ὁ Θεάνθρωπος Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, γεννήθηκε μέσα σ’ ἕνα στάβλο, ἀφοῦ γιὰ τὸν μνήστορα Ἰωσὴφ καὶ γιὰ τὴν Παρθένο Μαριὰμ «οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι». Δηλαδή, στὸ πανδοχεῖο τῆς Βηθλεέμ, ὅπου στάθμευσαν γιὰ νὰ περάσουν τὴν νύχτα, δὲν ὑπῆρχε γι’ αὐτοὺς τόπος, οὔτε μιὰ μικρὴ γωνιά. Καὶ βρέθηκε μόνο μιὰ σκοτεινὴ καὶ ἀνήλιαγη σπηλιά, ποὺ χρησίμευε γιὰ στάβλος τῶν ἀλόγων ζώων, γεμᾶτος βρωμιὰ καὶ ἀποπνιχτικὲς ἀναθυμιάσεις. Ἐκεῖ ἡ Παναγία «ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐσπαργάνωσεν αὐτὸν καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ» (Λουκᾶ β΄7). Ἐγέννησε, δηλαδή, τὸν πρῶτο καὶ μονογενῆ υἱό της, καὶ τὸν περιτύλιξε μὲ σπάργανα καὶ τὸν ἔβαλε μέσα στὸ παχνί, ὅπου ἔτρωγαν τὰ ζῶα τὴν τροφή τους.
-Β-
            Ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός, σχεδὸν στὸ σύνολό του, καὶ οἰ θρησκευτικοί του ἄρχοντες, ἀγνόησαν τὸν ἐρχομὸ τοῦ Μεσσία στὸν κόσμο. Μόνο οἱ ἁπλοῖ ποιμένες καὶ οἱ σοφοὶ Μάγοι ἀξιώθηκαν νὰ πληροφορηθοῦν τὸ κοσμοϊστορικὸ αὐτὸ γεγονός. Οἱ ποιμένες, ποὺ ἔμεναν ἔξω στὰ χωράφια τῆς Βηθλεὲμ καὶ φύλαγαν τὸ κοπάδι τους, παραμένοντας μὲ τὴν σειρά τους ἄγρυπνοι ὡρισμένες ὧρες τὴν νύχτα, πληροφορήθηκαν τὸ χαρμόσυνο ἄγγελμα ἀπὸ τὸν ἄγγελο τοῦ Θεοῦ, «ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ, ὅς ἐστι Χριστὸς Κύριος ἐν πόλει Δαυΐδ» (Λουκᾶ β΄ 9-11). Οἱ σοφοὶ Μάγοι, ποὺ ἦλθαν ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, ὅταν ἔφθασαν στὴν Ἱερουσαλήμ, ρώτησαν «ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων ; Εἴδομεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ» (Ματθ. β΄2). Ἕνα μεγάλο καὶ ὁλοφώτεινο ἀστέρι τοὺς πληροφόρησε, ὅτι ἦλθε στὸν κόσμο ὁ Σωτήρας ποὺ αἰῶνες μὲ λαχτάρα τὸν ἐπερίμεναν.
-Γ-
            Οἱ Ἰουδαῖοι, ὅμως, ἄρχοντες καὶ λαός, ἔμειναν ἀπληροφόρητοι καὶ ἀνυποψίαστοι. Τὸ γιατί, θὰ μᾶς τὸ πῇ ὁ μεγάλος προφήτης Ἡσαΐας, 800 χρόνια πρὸ Χριστοῦ : «Κύριος ἐλάλησεν · υἱοὺς ἐγέννησα καὶ ὕψωσα, αὐτοὶ δὲ με ἠθέτησαν». (Ἡσ. α΄ 2). Ὁ Κύριος μίλησε καὶ εἶπε · υἱοὺς ἐγέννησα καὶ ἐδόξασα, ἐκεῖνοι ὅμως μὲ ἀρνήθηκαν. Καὶ ὁ προφήτης θὰ μεταφέρῃ, στὴν συνέχεια, τὸ παράπονο τοῦ Θεοῦ : «ἔγνω βοῦς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ. Ἰσραὴλ δὲ με οὐκ ἔγνω καὶ ὁ λαός με οὐ συνῆκεν» (Ἡσ. α΄ 3). Τὸ βῶδι γνωρίζει τὸν ἰδιοκτήτη του καὶ ὁ ὄνος γνωρίζει τὴν φάτνη, ποὺ εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ κυρίου του · ὁ Ἰσραηλιτικὸς ὅμως λαὸς δὲν μὲ ἀναγνωρίζει ὡς κύριό του, δὲν ἔχει οὔτε στοιχειώδη κατανόηση γιὰ μένα. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης θὰ τὸ διατυπώσῃ μὲ τὸν δικό Του ἀπόλυτο καὶ κατηγορηματικὸ τρόπο. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ «εἰς τὰ ἴδια ἦλθε, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον» (Ἰωάν. α΄ 11). Ἦλθε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ἔζησε ὡς ἄνθρωπος στὴν χώρα, ἡ ὁποία σὰν γῆ τῆς ἐπαγγελίας ἦταν ξεχωρισμένη πρὸ πολλοῦ ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς ἰδιαίτερα δική του. Καὶ οἱ ἄνθρωποι τοῦ σπιτιοῦ του, οἱ Ἰουδαῖοι, δὲν τὸν παραδέχτηκαν, ἀλλὰ τὸν ἀρνήθηκαν σὰν ξένο καὶ ἐχθρό.
-Δ-
            Ἔχουν περάσει ἀπὸ τότε 2.000 καὶ πλέον χρόνια. Καὶ οἱ μὲν Ἰουδαῖοι, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ὄχι μόνο δὲν ἔχουν ἀποδεχθῆ τὸν Μεσσία Χριστό, ἀλλὰ καὶ τὸν πολεμοῦν μὲ ἀμείωτο πάθος. Μιλᾶνε συνεχῶς γιὰ τὸ περιβόητο «ὁλοκαύτωμα». Ξεχνᾶνε ὅμως, πόσους Ἑβραίους, τοὐλάχιστον ἐδῶ, στὴν Ἑλλάδα, ἔσωσαν οἱ χριστιανοὶ ἀπὸ τὴν ἐγκληματικὴ ναζιστικὴ «Γκεστάπο», μὲ μεγάλο κίνδυνο τῆς ζωῆς τους ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς κατακτητές, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς φοβερῆς ξενικῆς Κατοχῆς...
            Ὅμως καὶ οἱ μουσουλμᾶνοι πολεμᾶνε μὲ μανία τὸν Χριστό. Κι’ αὐτό, ἐνῷ σὲ διάφορες εὐρωπαϊκὲς χῶρες καί, ἰδιαίτερα, στὴν Ἑλλάδα, βρίσκουν φιλοξενία καὶ περίθαλψη, παρὰ τὴν ἀνέχεια τοῦ Ἐλληνικοῦ Λαοῦ, συνεχίζοντας, ἐν τούτοις, μὲ τὰ ποικίλα ἐγκλήματά τους νὰ προσβάλλουν τὴν Χώρα ποὺ τοὺς φιλοξενεῖ.
-Ε-
            Δὲν μιλᾶμε, βέβαια καὶ γιὰ τὶς ποικίλες αἱρέσεις, ὅπως καὶ γιὰ τὸν μασσωνισμό, ποὺ προσπαθοῦν νὰ ὑπονομεύσουν τὴν Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Πίστη μας. Εἶναι ὀλιγάνθρωπες καὶ τὸ κακὸ εἶναι μικρό, ἐφ’ ὅσον οἱ Ἕλληνες κρατᾶνε γερὰ τὴν πίστη τῶν πατέρων τους. Μιλᾶμε γιὰ ὅσους Ὀρθοδόξους εἶναι μόνο στὰ χαρτιὰ καὶ στὴν θεωρία χριστιανοί, στὴν πραγματικότητα ὅμως ζοῦν «χωρὶς Χριστοῦ», «ἐλπίδα μὴ ἔχοντες καὶ ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ» (Ἐφεσ. β΄ 12). Εἴτε ἔχουν ἐμπλακῆ σὲ κομματικὲς παρατάξεις, ποὺ βλέπουν  μὲ ἐχθρικὸ μάτι τὴν ἐκκλησία, εἴτε ζοῦν μιὰ ἄκρατη κοσμικὴ ζωὴ καὶ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν χριστιανικὴ πίστη καὶ τὴν ἀρετή. Ἔτσι, βλέπουμε μιὰ ἀντίδραση στὶς ἠθικὲς ἀξίες, ποὺ διδάσκει ἡ Ἐκκλησία , π.χ. στὸ μυστήριο τοῦ γάμου, καὶ στὴν διακήρυξη τοῦ πολιτικοῦ λεγομένου γάμου ἤ τῆς ἐλεύθερης συμβιώσεως. Ἤ βλέπουμε μιὰ σοβαρὴ χαλάρωση τῶν χρηστῶν ἠθῶν καὶ τῶν ὡραίων ἐθίμων τοῦ λαοῦ μας ἤ μιὰ ἀδιαφορία γιὰ τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν στὰ Σχολεῖα καὶ ἄλλα , στὰ ὁποῖα μεθοδικὰ προχωροῦν ἐκεῖνοι ποὺ προσπαθοῦν νὰ κατεδαφίσουν  ὅ,τι καλὸ μᾶς ἄφησαν οἱ πρόγονοί μας στὰ προηγούμενα χρόνια.

-ΣΤ-
            Ἀλλὰ σήμερα, γιορτάζουμε Χριστούγεννα, τὴν «Μητρόπολη τῶν Ἑορτῶν». Ἄς τὴν χαροῦμε μὲ τὸν ἐκκλησιασμό, τὴν Θεία Κοινωνία, τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς φιλανθρωπίας, τὴν μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς ἐπίκαιρες καὶ ὠφέλιμες σκέψεις, τὴν οἰκογενειακὴ θαλπωρή. «Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε», μᾶς καλεῖ ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία. Εὔχομαι σὲ ὅλους σας χρόνια πολλά, ἅγια, εὐλογημένα. Καὶ ὁ νέος Ἐνιαυτός, στὸν ὁποῖο, μετὰ ἀπὸ λίγο, Θεοῦ θέλοντος, εἰσερχόμεθα , νὰ εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Κυρίου. Στὴν Κύπρο καὶ στὴν Βόρειο Ἤπειρο στέλνω τὶς θερμὲς εὐχὲς καὶ τὴν ἀγάπη μου.
Διάπυρος πρὸς Χριστὸν εὐχέτης 
Ο   ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ Δρυϊνουπλεως, Πωγωνιανς κα Κοντσης  Α Ν Δ Ρ Ε Α Σ





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου