Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2007

Ἐγκύκλιος 119: Ἑορτασμός 28ης Ὀκτωβρίου 1940

 
 
 
 
 
 
Ἐν Δελβινακίῳ τῇ 28 Ὀκτωβρίου 2007

Ἀριθ. Πρωτ. 94 
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ  119η
ΘΕΜΑ: «Κι’ ὅλοι τὸ ξέρουν ἀπὸ τότε καὶ γιὰ πάντα ἀθάνατο πὼς εἶναι τὸ ΣΑΡΑΝΤΑ». (Γ. Σουρέλης). 
 
Ἀγαπητοί μου Χριστιανοί,
-Α-
             Χαρμόσυνα χτυπᾶνε σήμερα οἱ καμπάνες. Ξημέρωσε ἡ μεγάλη ἡμέρα. Ἡ ἡμέρα, ποὺ μᾶς θυμίζει τὸ μεγαλειῶδες καὶ ἀνεπανάληπτο ἔπος τοῦ 1940-41.
            Γιατί, πραγματικά, τότε ἡ μικρή μας Ἑλλάδα τὰ ἔβαλε μὲ τὰ δυὸ πανίσχυρα κράτη : τὴν Φασιστικὴ Ἰταλία τοῦ Μουσσολίνι καὶ τὴν Ναζιστικὴ Γερμανία τοῦ Χίτλερ, ποὺ συναποτελοῦσαν τὸν «Ἄξονα», δηλαδὴ τὴν πιὸ ἀνίερη συμμαχία, ἐκείνη τὴν ἐποχή, στὴν Εὐρώπη. Ἀργότερα, στὸν «Ἄξονα» προστέθηκε καὶ ἡ ἀδυσώπητη πολεμικὴ μηχανὴ τῆς Ἰαπωνίας, ποὺ σκόρπισε τὸν ὄλεθρο καὶ τὴν καταστροφὴ στὴν  ἄπω Ἀνατολή.
-Β-
            Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι αὐτὸν τὸν πόλεμο ἡ Ἑλλάδα οὔτε τὸν θέλησε, οὔτε τὸν ἐπεδίωξε. Ἀντίθετα, ἔκανε ὅ,τι ἦταν δυνατὸν νὰ τὸν ἀποφύγῃ, γιατί, σὰν Χώρα οὐδέτερη ὅπως ἦταν, προσπάθησε νὰ μείνῃ μακριὰ ἀπὸ τὴν σύρραξη τῶν ἐμπολέμων, ποὺ εἶχε ἤδη ἀναστατώσει τὴν Εὐρώπη ἀπὸ τὶς 3 Σεπτεμβρίου 1939, ὅταν οἱ Ἀγγλογάλλοι κήρυξαν τὸν πόλεμο στὴν Γερμανία, ἡ ὁποία τὴν 1η Σεπτεμβρίου τοῦ 1939 εἰσέβαλε στὴν Πολωνία. Νωρίτερα, καὶ συγκεκριμένα στὶς 23 Αὐγούστου 1939, ἡ Ναζιστικὴ Γερμανία καὶ ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωση εἶχαν ἔλθει σὲ συμφωνία, καὶ οἱ ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν δύο χωρῶν ὑπέγραψαν τὸ περιβόητο καὶ κατάπτυστο σύμφωνο, ποὺ ἔμεινε γνωστὸ στὴν Ἱστορία ὡς «σύμφωνο Ρίμπεντροπ - Μολότωφ», ἀπὸ τὰ ὀνόματα τῶν ὑπουργῶν ἐξωτερικῶν Γερμανίας καὶ Σοβιετικῆς Ἑνώσεως. Ἰωακεὶμ Φὸν Ρίμπεντροπ ἦταν ὁ Γερμανὸς καὶ Βιατσεσλὰβ Μολότωφ ἦταν ὁ Σοβιετικὸς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὸ σύμφωνο αὐτὸ ἐξασφάλιζε τὸν Γερμανὸ δικτάτορα ἀπὸ τὸν ἐξ ἀνατολῶν κίνδυνο. Ἔτσι, ἐξαπέλυσε τὴν ἐπίθεση ἐναντίον τῆς Πολωνίας, ποὺ ἔγινε ἡ ἀφορμὴ νὰ ξεκινήσῃ ὁ Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Γιὰ τὴν Ἱστορία πρέπει νὰ ποῦμε, ὅτι οἱ Γερμανοὶ μὲ τοὺς Ρώσους μοιράστηκαν τὴν Πολωνία. Μάλιστα, οἱ Ρῶσοι εὐθύνονται γιὰ τὴν σφαγὴ 4.500 Πολωνῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἄλλων στρατιωτικῶν στὸ δάσος τοῦ Κατύν, ὅπως μὲ ἀκαταμάχητα ντοκουμέντα ἔχει ἤδη ἀποδειχθῆ.
-Γ-
            Ἡ Ἑλλάδα, λοιπόν, δὲν ἤθελε μὲ κανένα τρόπο ν’ ἀναμειχθῇ σ’ αὐτὴν τὴν φοβερὴ πολεμικὴ σύρραξη, παραβλέποντας τὶς ἀπανωτὲς προκλήσεις τῆς Φασιστικῆς Ἰταλίας, ὅπως φαίνεται ξεκάθαρα ἀπὸ τὰ ὅσα ἀτράνταχτα στοιχεῖα παρατίθενται στὴν «Λευκὴ Βίβλο».  Ἡ «Λευκὴ Βίβλος», τὴν ὁποία ἐξέδωσε τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος μετὰ τὴν Ἰταλικὴ ἐπίθεση τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940, περιέχει ἔγγραφα, τηλεγραφήματα, σημειώματα, πρακτικὰ συνομιλιῶν καὶ ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων ἑλληνικῶν διπλωματικῶν ἀρχῶν σχετικὰ μὲ τὶς ἑλληνοϊταλικὲς σχέσεις στοὺς μῆνες ποὺ προηγήθηκαν τῆς ἰταλικῆς ἐπιθέσεως. Περιλαμβάνει ἐπίσης τὴν ἔκθεση τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου Ναυτικοῦ ποὺ περιέχει τὰ ἀδιάσειστα ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα ὅτι τὸ ὑποβρύχιο ποὺ βύθισε τὸ ( πολεμικό μας πλοῖο) «Ἕλλη» στὴν Τῆνο τὸν Δεκαπενταύγουστο τοῦ 1940, ἦταν ἰταλικό» (βλ. «40 χρόνια ἀργότερα - Ἑλληνικὴ Λευκὴ Βίβλος», Βιβλ/λεῖον τῆς «ΕΣΤΙΑΣ», Ἀθῆναι, σελ. 7 κ.ἑ.).
            Ὁ τότε Διευθυντὴς τῆς Ἐφημερίδας «Η  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» καὶ κορυφαῖος ἀρθρογράφος τῆς ἐποχῆς ἀείμνηστος Γεώργιος Βλάχος, ἔγραφε στὸ πρῶτο πολεμικό του ἄρθρο, ποὺ εἶχε  τὸν χαρακτηριστικὸ τίτλο «ΤΟ  ΣΤΙΛΕΤΟΝ», μεταξὺ τῶν ἄλλων, καὶ αὐτά : «Τὸν πόλεμον αὐτὸν δὲν τὸν ἐζητήσαμεν, δὲν τὸν προεκαλέσαμεν, δὲν τὸν ἠθελήσαμεν. Μᾶς ἐπεβλήθη κατὰ τὸν χυδαιότερον, κατὰ τὸν σκαιότερον τρόπον. Ἅμα ἔμειναν οἱ προπηλακισμοὶ ἀναπάντητοι, ἅμα ἠκούσθησαν μὲ σιωπηλὴν ἀπάθειαν αἱ προκλήσεις, ἅμα κατεβλήθη προσπάθεια ὅπως, ἀγνοηθῇ καὶ αὐτὴ ἡ ταυτότης τῶν ... γενναίων, οἱ ὁποῖοι ἔπνιξαν ἀγκυροβολημένην τὴν «Ἕλλην» (εἰς τὸ λιμάνι τῆς Τήνου), εἰς τὸ τέλος ἐπειδὴ φόβος ὑπῆρχε μὴ αἱ ὕβρεις, αἱ συκοφαντίαι καὶ οἱ πνιγμοὶ δὲν χρησιμεύσουν καὶ δὲν γίνῃ ὁ πόλεμος, κατέφθασε χθές (28 Ὀκτωβρίου) ὁ (πρεσβευτὴς τῆς Ἰταλίας στὴν Ἑλλάδα) κ. Γκράτσι εἰς τὸ σπῆτι τοῦ πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὰς τρεῖς τὸ πρωΐ, καὶ τοῦ ἐζήτησε, προχείρως, τὴν ἄδειαν νὰ μᾶς καταλάβῃ. Τὴν ἄδειαν νὰ καταλάβῃ τὴν Κέρκυραν, τὴν Ἤπειρον, τὴν Κρήτην, τὸν Πειραιᾶ, κάτι «στρατηγικὰ σημεῖα», χρήσιμα εἰς τοὺς Ἰταλούς. Καὶ ὅταν καὶ εἰς αὐτὸ τὸ αὔθαδες αἴτημά του δὲν ἐδόθη ἀμέσως ἀπάντησις, ... ἐδήλωσεν ὅτι μετὰ ὥρας τρεῖς οἱ Ἰταλοὶ θὰ εἰσέβαλλον εἰς τὸ ἔδαφός μας ... Ἐκεῖ, εἰς τὴν γωνίαν ὅπου ἠλπίζαμεν ὅτι δὲν θὰ μᾶς φθάσουν αἱ σφαῖραι καὶ τὰ θραύσματα τῶν ὀβίδων, παρουσιάσθη ἐξαφνικὰ τὸ στιλέτον. Θὰ τὸ ὑποδεχθῶμεν - τὸ ὑπεδέχθημεν ἤδη - μὲ τὸ μέτωπον ὑψηλά, μὲ τὸ στῆθος προτεταμένον, μὲ τὰς χεῖρας ἐνόπλους, μὲ κάτι ἀνώτερον ἀπὸ τὸν χάλυβα, τὰ ἀεροπλάνα καὶ τὸ πετρέλαιον : Μὲ τὸ θάρρος καὶ μὲ τὰ πτερὰ τῆς ψυχῆς. Θὰ ἀποθάνωμεν ὅλοι, χωρὶς νὰ πρέπῃ καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλωμεν. Καὶ ἄν οἱ Ἰταλοὶ κατορθώσουν νὰ νικήσουν ἕνα Λαόν ὁ ὁποῖος ἔχει ἀποφασίσει νὰ ἀποθάνῃ, ἔ, τότε, θὰ εἶναι ἡ ἀπὸ αἰώνων πρώτη μεγάλη καὶ παράδοξος νίκη των. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν θὰ συμβῇ. Ἡ Ἑλλὰς θὰ νικήσῃ, θὰ νικήση ἡ αὐτοθυσία, τὸ θάρρος, ἡ Ἰδέα - καὶ τὸ στιλέτον θὰ ἡττηθῆ» (οἱ ὑπογραμμίσεις δικές μου) (βλ. Γ.Α. Βλάχου : «Ἄρθρα τοῦ πολέμου 1940-1941», ΑΕΤΟΣ  Α.Ε. , ΑΘΗΝΑΙ 1945, σελ. 6-7).
 -Δ-
            Αὐτό, ἀγαπητοί μου Συνέλληνες ἀδελφοί, ἦταν τὸ «μυστικό», ἄν θέλετε, ποὺ δημιούργησε τὸ θρυλικὸ Ἔπος τοῦ Σαράντα : «Ἡ αὐτοθυσία, τὸ θάρρος, ἡ Ἰδέα». Κι’ ὅπως, σὲ ἄλλο ἄρθρο του, ἔγραφε πάλι ὁ Γεώργιος Βλάχος, «Ὁ Ἑλληνικὸς Στρατός, ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, αἱ λόγχαι, τὰ πλοῖα καὶ τὰ πτερά  (τῆς ἀεροπορίας) καὶ - θὰ τὸ λέγωμεν πάντοτε - τῆς ὑβρισμένης Παναγίας ἡ εὐλογία» (ὅ.π. σελ. 47, ἡ ὑπογράμμιση, δική μου), ἔδωσε στὸ Ἑλληνικὸ Ἔθνος τὴν καταπληκτική, τὴν περίλαμπρη ἐκείνη νίκη. 
           Γιατί, ἀλήθεια, ποιὸς μπορεῖ νὰ ξεχάσῃ τοὺς γενναίους ἄθλους τοῦ Στρατοῦ μας, τὰ θρυλικὰ κατορθώματα τοῦ Ναυτικοῦ μας, τὶς παράτολμες ἀερομαχίες τῶν ἀεροπόρων μας ; Ποιὸς μπορεῖ νὰ ξεχάσῃ τὴν Κορυτσᾶ, τὸ Δέλβινο, τοὺς Ἁγίους Σαράντα, τὸ Ἀργυρόκαστρο, τὴν Χειμάρα, τὴν Τρεμπεσίνα ; Ποιὸς μπορεῖ νὰ ξεχάσῃ τὸ ὕψωμα 731, ὅπου ἔσπασαν τὰ μοῦτρα τους οἱ Ἰταλοὶ κατὰ τὴν «ἐαρινὴ ἐπίθεσή τους», τὸν Μάρτιο τοῦ 1941, καὶ ποὺ γι’ αὐτὸ τὸν λόγο χαρακτηρίστηκε ὡς τὸ «Ἑλληνικὸ Βερντέν» ; Ποιὸς μπορεῖ νὰ ξεχάσῃ τὰ ἀντιτορπιλλικὰ «Ψαρά», «Βασίλισσα Ὄλγα», «Σπέτσαι», «Ὕδρα» κ.ἄ., ὅπως καὶ τὰ ὑποβρύχιά μας «Τρίτων» καὶ «Παπανικολῆς» ; Ποιός, ἀκόμη, μπορεῖ νὰ ξεχάσῃ τοὺς ἡρωϊκοὺς ἀεροπόρους μας, τὸν Γιάνναρη, τὸν Σακελλαρίου, τὸν Μητραλέξη κ.ἄ., ποὺ μὲ τὰ μικρά τους ἀεροπλάνα ἔτρεπαν σὲ ἄτακτη φυγὴ ὁλόκληρα σμήνη ἐχθρικῶν ἀεροσκαφῶν ; Πῶς νὰ λησμονηθοῦν οἱ στρατιωτικοὶ Ἱερεῖς ποὺ ἐμψύχωναν τὰ μαχόμενα Ἑλληνόπουλα πάνω στὰ χιόνια ; Πῶς νὰ ἀφήσῃ τὴν λήθη νὰ καλύψῃ τὶς ἡρωΐδες γυναῖκες τῆς Πίνδου, πού, ζαλωμένες μὲ τὰ κασόνια τῶν πυρομαχικῶν ἤ μὲ τὰ τρόφιμα καὶ τὰ μάλλινα ροῦχα γιὰ τοὺς φαντάρους ἀνέβαιναν στὶς ἀπάτητες χιονισμένες βουνοκορφές ; Πῶς νὰ μὴν ἀναφερθοῦν μὲ δέος, εὐγνωμοσύνη καὶ θαυμασμὸ τὰ ὀνόματα τοῦ στρατηγοῦ Κατσιμήτρου, τοῦ Συνταγματάρχη Δαβάκη,  τοῦ Ὑπολοχαγοῦ Ἀλεξάνδρου Διάκου καὶ τόσων ἄλλων, ποὺ τὰ ἔδωσαν ὅλα γιὰ τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν δόξα τῆς Ἑλληνικῆς μας Πατρίδος ; Πραγματικά ! Εἶχε τόσο δίκιο ὁ ποιητὴς ὅταν ἔγραφε, πώς «ὅλοι τὸ ξέρουν ἀπὸ τότε καὶ γιὰ πάντα, ἀθάνατο πὼς εἶναι τὸ ΣΑΡΑΝΤΑ». Κι’ ὄχι μόνο τὸ «Σαράντα», μὰ καὶ τὸ «Σαρανταένα» : Μὲ τὴν συντριβὴ τῆς ἐαρινῆς ἐπιθέσεως τῶν Ἰταλῶν, ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς ἄθλους τῶν γενναίων ὑπερασπιστῶν τῶν ὀχυρῶν τῆς «γραμμῆς Μεταξᾶ», ὅπου γιὰ μέρες οἱ ἐλάχιστοι Ἕλληνες ἀπέκρουσαν τὶς ἐπιθέσεις ἀναρίθμητων γερμανικῶν στρατευμάτων. Καί, τέλος, μὲ τὴν «Μάχη τῆς Κρήτης», τὸν Μάϊο τοῦ 1941, ποὺ ἔδωσε ἕνα μάθημα γενναιότητος, θάρρους καὶ αὐτοθυσίας σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, βάζοντας ἔντονη τὴν σφραγῖδα της σ’ ἐκείνη τὴν μεγαλειώδη καὶ ἀνεπανάληπτη ἐποχή.
-Ε-
            Λοιπόν ; Λοιπόν, νὰ γιορτάσουμε τὴν Ἐθνική μας Ἐπέτειο τοῦ 1940 - 41. Μὲ χαρὰ καὶ μὲ ἀγαλλίαση. Μὲ τραγούδια καὶ χοροὺς Ἑλληνικοὺς. Ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀπόφαση νὰ ἀγαποῦμε πιὸ πολὺ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἑλλάδα. Ὅπως ἡ γενιὰ τοῦ Σαράντα. Χρόνια πολλὰ σὲ ὅλους, ἅγια, ἀγωνιστικά, εὐλογημένα.
Διάπυρος πρὸς Χριστὸν εὐχέτης
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
 +  Ὁ Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης   Α Ν Δ Ρ Ε Α Σ